αἰόλα

αἰόλος
quick-moving
neut nom/voc/acc pl
αἰόλᾱ , αἰόλος
quick-moving
fem nom/voc/acc dual
αἰόλᾱ , αἰόλος
quick-moving
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰόλ' — αἰόλα , αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc pl αἰόλε , αἰόλος quick moving masc voc sg αἰόλαι , αἰόλος quick moving fem nom/voc pl αἰόλᾱͅ , αἰόλος quick moving fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλας — αἰόλᾱς , αἰόλος quick moving fem acc pl αἰόλᾱς , αἰόλος quick moving fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλαν — αἰόλᾱν , αἰόλος quick moving fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SERES — populi Aethiopiae interioris ad Ortum inter Blemyas: et Orosio teste, populi Indiae citerioris inter Indum et Hydaspen. Sunt et Seres populi Asiae ad Ortum extremi, ultra Sinas, omnium mitissimi, iustitiaeque amantissimi, inter Sinas ad Austrum,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SEPTERIUM — una ex 3. sollennitatibus nonô quôque annô Delphis olim celebrari solitis: quarum mentio apud Plut. Quaestion. Graec. Erat autem Σεπτήριον μίμημα τῆς πρὸς τὸν πύθωνα τȏυ θεοῦ μάχης, καὶ τῆς μετα τὴν μάχυς̔ν ἐπὶ τὰ τέμπη φυγῆς καὶ ἐκδιώξες.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εναρίζω — ἐναρίζω (Α) 1. αφαιρώ τα όπλα τού εχθρού που σκοτώθηκε, σκυλεύω 2. σκοτώνω στη μάχη, θανατώνω, σφάζω («ὡσεὶ ζωοὺς ἐναρίζων», Ησίοδ.) 3. παθ. μτφ. χάνω, απογυμνώνομαι από κάτι («αἰόλα νὺξ ἐναριζομένα» νύχτα που γυμνώνεσαι από τον έναστρο κόσμο σου …   Dictionary of Greek

  • κατευνάζω — (AM κατευνάζω) ηρεμώ κάποιον ή κάτι, καταπραΰνω, ανακουφίζω, καθησυχάζω (α. «το φάρμακο αυτό κατευνάζει τους πόνους» β. «κατευνάζειν πόντον», Απολλ. Ρόδ.) μσν. αρχ. τοποθετώ κάποιον στην κλίνη, κοιμίζω (α. «ὃν αἰόλα νύξ... τίκτει κατευνάζει τε»,… …   Dictionary of Greek

  • αἰόλαι — αἰόλος quick moving fem nom/voc pl αἰόλᾱͅ , αἰόλος quick moving fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.